κανάλι

κανάλι
Ονομασία δύο οικισμών. 1. Πεδινή κωμόπολη (υψόμ. 10 μ., 3.556 κάτ.) της Κέρκυρας. Βρίσκεται σε απόσταση 4 χλμ. ΝΔ της πόλης της Κέρκυρας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κερκυραίων του νομού Κερκύρας. 2. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 70 μ., 927 κάτ.) του νομού Πρεβέζης. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα του νομού, 14 χλμ. ΒΔ της Πρέβεζας. Αποτελεί έδρα του δήμου Ζαλόγγου.
* * *
το (AM κανάλιον, Μ και κανάλιο[ν]). 1. θαλάσσιο πέρασμα, φυσικό ή τεχνητό
2. αυλάκι γεμάτο νερό, διώρυγα, οχετός
νεοελλ.
1. τόπος κατάλληλος για μεταφορὰ εμπορευμάτων
2. μτφ. η ζώνη συχνότητας από την οποία μεταδίδονται εικόνες και ήχοι από τους τηλεοπτικούς πομπούς στους δέκτες τής τηλεόρασης, δίαυλος
αρχ.
1. πάροδος
2. θολωτός οχετός. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. canalis].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • Κανάλι — Sp Kanãlis Ap Κανάλι/Kanali L V Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • κανάλι — το (λ. λατ.), διώρυγα, πορθμός: Οι εχθροί φύλαγαν το κανάλι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κανάλι, τηλεοπτικό — Βλ. λ. δίαυλος ή κανάλι· τηλεόραση …   Dictionary of Greek

  • δίαυλος ή κανάλι τηλεόρασης — Ζώνη συχνοτήτων πλάτους επτά ΜΗΖ, η οποία περιέχει τις διαμορφωμένες συχνότητες εικόνας και ήχου ενός πομπού τηλεόρασης. Ο όρος δ. προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη δίαυλος, που σήμαινε αγώνα δρόμου αλλά και μουσικά όργανα με τη μορφή… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τηλεόραση — ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Ήταν Απρίλιος του 1966 όταν από το χώρο που είχε διαθέσει ο ΟΤΕ στο τότε ΕΙΡ (Ελληνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) έγινε η πρώτη εκπομπή τηλεοπτικού προγράμματος. Ήταν το πρώτο τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων. Με καθυστέρηση μιας τουλάχιστον… …   Dictionary of Greek

  • τηλεόραση — Μεταβίβαση σε απόσταση, μέσω καλώδιου ή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, και λήψη εικόνων. Η λειτουργία της τ. στηρίζεται σε ένα φυσικό φαινόμενο, που επιτρέπει τη μετατροπή των εικόνων σε ιδιαίτερη ηλεκτρική τάση. Ο σχηματισμός μιας ασπρόμαυρης… …   Dictionary of Greek

  • κάναλα — Παράλιος οικισμός (υψόμ. 20 μ., 13 κάτ.) της Κύθνου. Βρίσκεται στη νοτιοανατολική ακτή του νησιού, στον όρμο Κανάλι. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κύθνου του νομού Κυκλάδων. * * * η το ανεστραμμένο κεραμίδι που πάνω του στηρίζονται τα δύο κυρτά… …   Dictionary of Greek

  • Βαλεαρίδες νήσοι — (illes Baleares). Νησιά της δυτικής Μεσογείου, στα ανοιχτά των ανατολικών ακτών της Ισπανίας, στην οποία υπάγεται διοικητικά το νησιωτικό σύμπλεγμα ως αυτόνομη περιοχή (4.992 τ. χλμ., 878.627 κάτ. το 2001). Το σύμπλεγμα αριθμεί τέσσερα κύρια… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Ιστορία (Βυζάντιο, Τουρκοκρατία) — ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΧΡΟΝΩΝ Η ιστορία του Βυζαντίου, μακρόχρονη και περιεκτική σε γεγονότα, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Οικοδομημένη πάνω στα θεμέλια ενός οργανωμένου και ισχυρού ρωμαϊκού κράτους, κατέληξε σε μια δομή καθαρά… …   Dictionary of Greek

  • ήχου, εγγραφή — Σύνολο τεχνικών λειτουργιών που επιτρέπουν τη μεταφορά των χαρακτηριστικών του ήχου πάνω σε ένα κατάλληλο υλικό, ικανό να το διατηρεί και να το αναπαράγει. Η ε.ή. μπορεί να γίνει με μεθόδους οπτικο φωτογραφικές (που χρησιμοποιούνται για τον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”